3.22.32 πῶς ἠμέληται ; ἀγνοεῖ τὴν οὐσίαν τοῦ ἀγαθοῦ πρὸς ἣν πέφυκε καὶ τὴν τοῦ κακοῦ καὶ τί ἴδιον ἔχει καὶ τί ἀλλότριον . καὶ ὅταν τι τῶν ἀλλοτρίων κακῶς ἔχῃ , λέγει οὐαί μοι , οἱ γὰρ Ἕλληνες κινδυνεύουσι .
3.22.33 ταλαίπωρον ἡγεμονικὸν καὶ μόνον ἀτημέλητον καὶ ἀθεράπευτον . μέλλουσιν ἀποθνῄσκειν ὑπὸ τῶν Τρώων ἀναιρεθέντες . ἂν δʹ αὐτοὺς οἱ Τρῶες μὴ ἀποκτείνωσιν , οὐ μὴ ἀποθάνωσιν ; ναί , ἀλλʹ οὐχʹ ὑφʹ ἓν πάντες . τί οὖν διαφέρει ; εἰ γὰρ κακόν ἐστι τὸ ἀποθανεῖν , ἄν τε ὁμοῦ ἄν τε καθʹ ἕνα ὁμοίως κακόν ἐστιν . μή τι ἄλλο τι μέλλει γίνεσθαι τὸ σωμάτιον χωρίζεσθαι καὶ ψυχή ;
3.22.34 οὐδέν . σοὶ δὲ ἀπολλυμένων τῶν Ἑλλήνων θύρα κέκλεισται ; οὐκ ἔξεστιν ἀποθανεῖν ; ἔξεστιν . τί οὖν πενθεῖς ; οὐᾶ , βασιλεὺς καὶ τὸ τοῦ Διὸς σκῆπτρον ἔχων . ἀτυχὴς βασιλεὺς οὐ γίνεται · οὐ μᾶλλον ἀτυχὴς θεός .
3.22.35 τί οὖν εἶ ; ποιμὴν ταῖς ἀληθείαις · οὕτως γὰρ κλάεις ὡς οἱ ποιμένες , ὅταν λύκος ἁρπάσῃ τι τῶν προβάτων αὐτῶν · καὶ οὗτοι δὲ πρόβατά εἰσιν οἱ ὑπὸ σοῦ ἀρχόμενοι .
3.22.36 τί δὲ καὶ ἤρχου ; μή τι ὄρεξις ὑμῖν ἐκινδυνεύετο , μή τι ἔκκλισις , μή τι ὁρμή , μή τι ἀφορμή ; οὔ , φησίν , ἀλλὰ τοῦ ἀδελφοῦ μου τὸ γυναικάριον ἡρπάγη .