3.22.37 οὐκ οὖν κέρδος μέγα στερηθῆναι μοιχικοῦ γυναικαρίου ; καταφρονηθῶμεν οὖν ὑπὸ τῶν Τρώων ; τίνων ὄντων ; φρονίμων ἀφρόνων ; εἰ φρονίμων , τί αὐτοῖς πολεμεῖτε ; εἰ ἀφρόνων , τί ὑμῖν μέλει ;
3.22.38 ἐν τίνι οὖν ἔστι τὸ ἀγαθόν , ἐπειδὴ ἐν τούτοις οὐκ ἔστιν ; εἰπὲ ἡμῖν , κύριε ἄγγελε καὶ κατάσκοπε . ὅπου οὐ δοκεῖτε οὐδὲ θέλετε ζητῆσαι αὐτό . εἰ γὰρ ἠθέλετε , εὕρετε ἂν αὐτὸ ἐν ὑμῖν ὂν οὐδʹ ἂν ἔξω ἐπλάζεσθε οὐδʹ ἂν ἐζητεῖτε τὰ ἀλλότρια ὡς ἴδια .
3.22.39 ἐπιστρέψατε αὐτοὶ ἐφʹ ἑαυτούς , καταμάθετε τὰς προλήψεις ἃς ἔχετε . ποῖόν τι φαντάζεσθε τὸ ἀγαθόν ; τὸ εὔρουν , τὸ εὐδαιμονικόν , τὸ ἀπαραπόδιστον . ἄγε , μέγα δʹ αὐτὸ φυσικῶς οὐ φαντάζεσθε ; ἀξιόλογον οὐ φαντάζεσθε ; ἀβλαβὲς οὐ φαντάζεσθε ;
3.22.40 ἐν ποίᾳ οὖν ὕλῃ δεῖ ζητεῖν τὸ εὔρουν καὶ ἀπαραπόδιστον ; ἐν τῇ δούλῃ ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ ; ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ . τὸ σωμάτιον οὖν ἐλεύθερον ἔχετε δοῦλον ; οὐκ ἴσμεν . οὐκ ἴστε ὅτι πυρετοῦ δοῦλόν ἐστιν , ποδάγρας , ὀφθαλμίας , δυσεντερίας , τυράννου , πυρός , σιδήρου , παντὸς τοῦ ἰσχυροτέρου ;
3.22.41 ναὶ δοῦλον . πῶς οὖν ἔτι ἀνεμπόδιστον εἶναί τι δύναται τῶν τοῦ σώματος ; πῶς δὲ μέγα ἀξιόλογον τὸ φύσει νεκρόν , γῆ , πηλός ; τί οὖν ; οὐδὲν ἔχετε ἐλεύθερον ; μήποτε οὐδέν .