3.22.42 καὶ τίς ὑμᾶς ἀναγκάσαι δύναται συγκαταθέσθαι τῷ ψευδεῖ φαινομένῳ ; οὐδείς . τίς δὲ μὴ συγκαταθέσθαι τῷ φαινομένῳ ἀληθεῖ ; οὐδείς . ἐνθάδʹ οὖν ὁρᾶτε , ὅτι ἔστι τι ἐν ὑμῖν ἐλεύθερον φύσει .
3.22.43 ὀρέγεσθαι δʹ ἐκκλίνειν ὁρμᾶν ἀφορμᾶν παρασκευάζεσθαι προτίθεσθαι τίς ὑμῶν δύναται μὴ λαβὼν φαντασίαν λυσιτελοῦς μὴ καθήκοντος ; οὐδείς . ἔχετε οὖν καὶ ἐν τούτοις ἀκώλυτον καὶ ἐλεύθερον .
3.22.44 ταλαίπωροι , τοῦτο ἐξεργάζεσθε , τούτου ἐπιμέλεσθε , ἐνταῦθα ζητεῖτε τὸ ἀγαθόν .
3.22.45 καὶ πῶς ἐνδέχεται μηδὲν ἔχοντα , γυμνόν , ἄοικον , ἀνέστιον , αὐχμῶντα , ἄδουλον , ἄπολιν διεξάγειν εὐρόως ;
3.22.46 ἰδοὺ ἀπέσταλκεν ὑμῖν θεὸς τὸν δείξοντα ἔργῳ , ὅτι ἐνδέχεται .
3.22.47 ἴδετέ με , ἄοικός εἰμι , ἄπολις , ἀκτήμων , ἄδουλος · χαμαὶ κοιμῶμαι · οὐ γυνή , οὐ παιδία , οὐ πραιτωρίδιον , ἀλλὰ γῆ μόνον καὶ οὐρανὸς καὶ ἓν τριβωνάριον .
3.22.48 καὶ τί μοι λείπειν ; οὐκ εἰμὶ ἄλυπος , οὐκ εἰμὶ ἄφοβος , οὐκ εἰμὶ ἐλεύθερος ; πότε ὑμῶν εἶδέν μέ τις ἐν ὀρέξει με ἀποτυγχάνοντα , πότʹ ἐν ἐκκλίσει περιπίπτοντα ; πότʹ ἐμεμψάμην θεὸν ἄνθρωπον , πότʹ ἐνεκάλεσά τινι ; μή τις ὑμῶν ἐσκυθρωπακότα με εἶδεν ; πῶς δʹ ἐντυγχάνω τούτοις ,
3.22.49 οὓς ὑμεῖς φοβεῖσθε καὶ θαυμάζετε ; οὐχ ὡς ἀνδραπόδοις ; τίς με ἰδὼν οὐχὶ τὸν βασιλέα τὸν ἑαυτοῦ ὁρᾶν οἴεται καὶ δεσπότην ;