3.22.50 ἴδε κυνικαὶ φωναί , ἴδε χαρακτήρ , ἴδʹ ἐπιβολή . οὔ · ἀλλὰ πηρίδιον καὶ ξύλον καὶ γνάθοι μεγάλαι · καταφαγεῖν πᾶν εἂν δῷς ἀποθησαυρίσαι τοῖς ἀπαντῶσι λοιδορεῖσθαι ἀκαίρως καλὸν τὸν ὦμον δεικνύειν .
3.22.51 τηλικούτῳ πράγματι ὁρᾷς πῶς μέλλεις ἐγχειρεῖν ; ἔσοπτρον πρῶτον λάβε , ἴδε σου τοὺς ὤμους , κατάμαθε τὴν ὀσφύν , τοὺς μηρούς . Ὀλύμπια μέλλεις ἀπογράφεσθαι , ἄνθρωπε , οὐχί τινά ποτε ἀγῶνα ψυχρὸν καὶ ταλαίπωρον .
3.22.52 οὐκ ἔστιν ἐν Ὀλυμπίοις νικηθῆναι μόνον καὶ ἐξελθεῖν , ἀλλὰ πρῶτον μὲν ὅλης τῆς οἰκουμένης βλεπούσης δεῖ ἀσχημονῆσαι , οὐχὶ Ἀθηναίων μόνον Λακεδαιμονίων Νικοπολιτῶν , εἶτα καὶ δέρεσθαι δεῖ τὸν εἰκῇ ἐξελθόντα , πρὸ δὲ τοῦ δαρῆναι διψῆσαι , καυματισθῆναι , πολλὴν ἁφὴν καταπιεῖν .
3.22.53 βούλευσαι ἐπιμελέστερον , γνῶθι σαυτόν , ἀνάκρινον τὸ δαιμόνιον , δίχα θεοῦ μὴ ἐπιχειρήσῃς . ἂν γὰρ συμβουλεύσῃ , ἴσθι ὅτι μέγαν σε θέλει γενέσθαι πολλὰς πληγὰς λαβεῖν .
3.22.54 καὶ γὰρ τοῦτο λίαν κομψὸν τῷ Κυνικῷ παραπέπλεκται · δέρεσθαι αὐτὸν δεῖ ὡς ὄνον καὶ δερόμενον φιλεῖν αὐτοὺς τοὺς δέροντας ὡς πατέρα πάντων , ὡς ἀδελφόν .
3.22.55 οὔ · ἀλλʹ ἄν τίς σε δέρῃ , κραύγαζε στὰς ἐν τῷ μέσῳ Καῖσαρ , ἐν τῇ σῇ εἰρήνῃ οἷα πάσχω ; ἄγωμεν ἐπὶ τὸν ἀνθύπατον .
3.22.56 Κυνικῷ δὲ Καῖσαρ τί ἐστιν ἀνθύπατος ἄλλος καταπεπομφὼς αὐτὸν καὶ λατρεύει , Ζεύς ; ἄλλον τινὰ ἐπικαλεῖται ἐκεῖνον ; οὐ πέπεισται δʹ , τι ἂν πάσχῃ τούτων , ὅτι ἐκεῖνος αὐτὸν γυμνάζει ;