3.24.31 σὺ δʹ ἀφεὶς ἐκτελεῖν τὰ προστάγματα τοῦ στρατηγοῦ ἐγκαλεῖς , ὅταν τί σοι προσταχθῇ τραχύτερον , καὶ οὐ παρακολουθεῖς , οἷον ἀποφαίνεις , ὅσον ἐπὶ σοί , τὸ στράτευμα , ὅτι ἄν σε πάντες μιμήσωνται , οὐ τάφρον σκάψει τις , οὐ χάρακα περιβαλεῖ , οὐκ ἀγρυπνήσει , οὐ κινδυνεύσει , ἀλλὰ ἄχρηστος δόξει στρατεύεσθαι .
3.24.32 πάλιν ἐν πλοίῳ ναύτης ἂν πλέῃς , μίαν χώραν κάτεχε καὶ ταύτην προσλιπάρει · ἂν δʹ ἐπὶ τὸν ἱστὸν ἀναβῆναι δέῃ , μὴ θέλε , ἂν εἰς τὴν πρῴραν διαδραμεῖν , μὴ θέλε · καὶ τίς ἀνέξεταί σου κυβερνήτης ; οὐχὶ δʹ ὡς σκεῦος ἄχρηστον ἐκβαλεῖ , οὐδὲν ἄλλο ἐμπόδιον καὶ κακὸν παράδειγμα τῶν ἄλλων ναυτῶν ;
3.24.33 οὕτως δὲ καὶ ἐνθάδε · στρατεία τίς ἐστιν βίος ἑκάστου καὶ αὕτη μακρὰ καὶ ποικίλη . τηρεῖν σε δεῖ τὸ τοῦ στρατιώτου καὶ τοῦ στρατηγοῦ πρὸς νεῦμα πράσσειν ἕκαστα ·
3.24.34 εἰ οἷόν τε , μαντευόμενον θέλει . οὐδὲ γὰρ ὅμοιος ἐκεῖνος στρατηγὸς καὶ οὗτος οὔτε κατὰ τὴν ἰσχὺν οὔτε κατὰ τὴν τοῦ ἤθους ὑπεροχήν .
3.24.35 τέταξαι ἐν πόλει ἡγεμονίᾳ καὶ οὐκ ἐν ταπεινῇ τινι χώρᾳ , ἀλλʹ ἀεὶ βουλευτής . οὐκ οἶσθʹ , ὅτι τὸν τοιοῦτον ὀλίγα μὲν δεῖ οἰκονομεῖν , τὰ πολλὰ δʹ ἀποδημεῖν ἄρχοντα ἀρχόμενον ὑπηρετοῦντά τινι ἀρχῇ στρατευόμενον δικάζοντα ; εἶτά μοι θέλεις ὡς φυτὸν προσηρτῆσθαι τοῖς αὐτοῖς τόποις καὶ προσερριζῶσθαι ;