3.24.42 τί γὰρ λέγει ; προσποιούμενος τὰ μηδὲν πρὸς αὐτὸν ἔστω ἀλαζών , ἔστω κενόδοξος · ἀπειθῶν τῇ θείᾳ διοικήσει ἔστω ταπεινός , ἔστω δοῦλος , λυπείσθω , φθονείτω , ἐλεείτω , τὸ κεφάλαιον πάντων , δυστυχείτω , θρηνείτω .
3.24.43 τί οὖν ; θέλεις με τὸν δεῖνα θεραπεύειν ; ἐπὶ θύραις αὐτοῦ πορεύεσθαι ; εἰς τοῦτο αἱρεῖ λόγος , ὑπὲρ τῆς πατρίδος , ὑπὲρ τῶν συγγενῶν , ὑπὲρ ἀνθρώπων , διὰ τί μὴ ἀπέλθῃς ; ἀλλʹ ἐπὶ μὲν τὰς τοῦ σκυτέως οὐκ αἰσχύνῃ πορευόμενος , ὅταν δέῃ ὑποδημάτων , οὐδʹ ἐπὶ τὰς τοῦ κηπουροῦ , ὅταν θιδράκων , ἐπὶ δὲ τὰς τῶν πλουσίων , ὅταν τινὸς ὁμοίου δέῃ ;
3.24.44 ναί · τὸν σκυτέα γὰρ οὐ θαυμάζω . μηδὲ τὸν πλούσιον . οὐδὲ τὸν κηπουρὸν κολακεύσω . μηδὲ τὸν πλούσιον . πῶς οὖν τύχω οὗ δέομαι ;
3.24.45 ἐγὼ δέ σοι λέγω ὅτι ὡς τευξόμενος ἀπέρχου ; οὐχὶ δὲ μόνον , ἵνα πράξῃς τὸ σαυτῷ πρέπον ;
3.24.46 τί οὖν ἔτι πορεύομαι ; ἵνʹ ἀπέλθῃς , ἵνα ἀποδεδωκὼς ᾖς τὰ τοῦ πολίτου ἔργα , τὰ ἀδελφοῦ , τὰ φίλου .
3.24.47 καὶ λοιπὸν μέμνησο , ὅτι πρὸς σκυτέα ἀφῖξαι , πρὸς λαχανοπώλην , οὐδενὸς μεγάλου σεμνοῦ ἔχοντα τὴν ἐξουσίαν , κἂν αὐτὸ πολλοῦ πωλῇ . ὡς ἐπὶ τὰς θίδρακας ἀπέρχῃ · ὀβολοῦ γάρ εἰσιν , ταλάντου δʹ οὐκ εἰσίν .