3.24.53 ἐν Ἀθήναις δʹ οὐδένα ἑώρας εἰς οἶκον αὐτοῦ φοιτῶν ; ὃν ἐβουλόμην . καὶ ἐνθάδε τοῦτον θέλε ὁρᾶν καὶ ὃν βούλει ὄψει · μόνον μὴ ταπεινῶς , μὴ μετʹ ὀρέξεως ἐκκλίσεως καὶ ἔσται τὰ σὰ καλῶς .
3.24.54 τοῦτο δʹ οὐκ ἐν τῷ ἐλθεῖν ἐστιν οὐδʹ ἐν τῷ ἐπὶ θύραις στῆναι , ἀλλʹ ἔνδον ἐν τοῖς δόγμασιν .
3.24.55 ὅταν τὰ ἐκτὸς καὶ ἀπροαίρετα ἠτιμακὼς ᾖς καὶ μηδὲν αὐτῶν σὸν ἡγημένος , μόνα δʹ ἐκεῖνα σά , τὸ κρῖναι καλῶς , τὸ ὑπολαβεῖν , τὸ ὁρμῆσαι , τὸ ὀρεχθῆναι , τὸ ἐκκλῖναι , ποῦ ἔτι κολακείας τόπος , ποῦ ταπεινοφροσύνης ; τί ἔτι ποθεῖς τὴν ἡσυχίαν τὴν ἐκεῖ , τί τοὺς συνήθεις τόπους ;
3.24.56 ἔκδεξαι βραχὺ καὶ τούτους πάλιν ἕξεις συνήθεις . εἶτα ἂν οὕτως ἀγεννῶς ἔχῃς , πάλιν καὶ τούτων ἀπαλλαττόμενος κλαῖε καὶ στένε . πῶς οὖν γένωμαι φιλόστοργος ;
3.24.57 ὡς γενναῖος , ὡς εὐτυχής · οὐδέποτε γὰρ αἱρεῖ λόγος ταπεινὸν εἶναι οὐδὲ κατακλᾶσθαι οὐδʹ ἐξ ἄλλου κρέμασθαι οὐδὲ μέμψασθαί ποτε θεὸν ἄνθρωπον .
3.24.58 οὕτως μοι γίνου φιλόστοργος ὡς ταῦτα τηρήσων · εἰ δὲ διὰ τὴν φιλοστοργίαν ταύτην , τἥντινά ποτε καὶ καλεῖς φιλοστοργίαν , δοῦλος μέλλεις εἶναι καὶ ἄθλιος , οὐ λυσιτελεῖ φιλόστοργον εἶναι .
3.24.59 καὶ τί κωλύει φιλεῖν τινα ὡς θνητόν , ὡς ἀποδημητικόν ; Σωκράτης οὐκ ἐφίλει τοὺς παῖδας τοὺς ἑαυτοῦ ; ἀλλʹ ὡς ἐλεύθερος , ὡς μεμνημένος , ὅτι πρῶτον δεῖ θεοῖς εἶναι φίλον .