3.24.60 διὰ τοῦτο οὐδὲν παρέβη τῶν πρεπόντων ἀνδρὶ ἀγαθῷ οὔτʹ ἀπολογούμενος οὐθʹ ὑποτιμώμενος οὔτʹ ἔτι πρόσθεν βουλεύων στρατευόμενος .
3.24.61 ἡμεῖς δὲ πάσης προφάσεως πρὸς τὸ ἀγγεννεῖς εἶναι εὐποροῦμεν , οἱ μὲν διὰ παῖδα , οἱ δὲ διὰ μητέρα , ἄλλοι δὲ διʹ ἀδελφούς .
3.24.62 διʹ οὐδένα δὲ προσήκει δυστυχεῖν , ἀλλὰ εὐτυχεῖν διὰ πάντας , μάλιστα δὲ διὰ τὸν θεὸν τὸν ἐπὶ τοῦτο ἡμᾶς κατασκευάσαντα .
3.24.63 ἄγε , Διογένης δʹ οὐκ ἐφίλει οὐδένα , ὃς οὕτως ἥμερος ἦν καὶ φιλάνθρωπος , ὥστε ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ τῶν ἀνθρώπων τοσούτους πόνους καὶ ταλαιπωρίας τοῦ σώματος ἄσμενος ἀναδέχεσθαι ;
3.24.64 ἀλλʹ ἐφίλει πῶς ; ὡς τοῦ Διὸς διάκονον ἔδει , ἅμα μὲν κηδόμενος , ἅμα δʹ ὡς τῷ θεῷ ὑποτεταγμένος . διὰ τοῦτο πᾶσα γῆ πατρὶς ἦν ἐκείνῳ μόνῳ ,
3.24.65 ἐξαίρετος δʹ οὐδεμία · καὶ ἁλοὺς οὐκ ἐπόθει τὰς Ἀθήνας οὐδὲ τοὺς ἐκεῖ συνήθεις καὶ φίλους , ἀλλʹ αὐτοῖς τοῖς πειραταῖς συνήθης ἐγίνετο καὶ ἐπανορθοῦν ἐπειρᾶτο . καὶ πραθεὶς ὕστερον ἐν Κορίνθῳ διῆγεν οὕτως ὡς πρόσθεν ἐν Ἀθήναις καὶ εἰς Περραιβοὺς δʹ ἂν ἀπελθὼν ὡσαύτως εἶχεν .
3.24.66 οὕτως ἐλευθερία γίνεται . διὰ τοῦτο ἔλεγεν ὅτι ἐξ οὗ μʹ Ἀντισθένης ἠλευθέρωσεν , οὐκέτι ἐδούλευσα .
3.24.67 πῶς ἠλευθέρωσεν ; ἄκουε , τί λέγει · ἐδίδαξέν με τὰ ἐμὰ καὶ τὰ οὐκ ἐμά . κτῆσις οὐκ ἐμή · συγγενεῖς , οἰκεῖοι , φίλοι , φήμη , συνήθεις τόποι , διατριβή , πάντα ταῦτα ὅτι ἀλλότρια .