3.24.68 σὸν οὖν τί ; χρῆσις φαντασιῶν . ταύτην ἔδειξέν μοι ὅτι ἀκώλυτον ἔχω , ἀνανάγκαστον · οὐδεὶς ἐμποδίσαι δύναται , οὐδεὶς βιάσασθαι ἄλλως χρήσασθαι ὡς θέλω .
3.24.69 τίς οὖν ἔτι ἔχει μου ἐξουσίαν ; Φίλιππος Ἀλέξανδρος Περδίκκας μέγας βασιλεύς ; πόθεν αὐτοῖς ; τὸν γὰρ ὑπʹ ἀνθρώπου μέλλοντα ἡττᾶσθαι πολὺ πρότερον ὑπὸ τῶν πραγμάτων δεῖ ἡττᾶσθαι .
3.24.70 οὗτινος οὖν οὐχ ἡδονὴ κρείττων ἐστίν , οὐ πόνος , οὐ δόξα , οὐ πλοῦτος , δύναται δʹ , ὅταν αὐτῷ δόξῃ , τὸ σωμάτιον ὅλον προσπτύσας τινὶ ἀπελθεῖν , τίνος ἔτι οὗτος δοῦλός ἐστιν , τίνι ὑποτέτακται ;
3.24.71 εἰ δʹ ἡδέως ἐν Ἀθήναις διῆγεν καὶ ἥττητο ταύτης τῆς διατριβῆς , ἐπὶ παντὶ ἂν ἦν τὰ ἐκείνου πράγματα , ἰσχυρότερος κύριος ἂν ἦν λυπῆσαι αὐτόν .
3.24.72 πῶς ἂν δοκεῖς τοὺς πειρατὰς ἐκολάκευεν , ἵνʹ αὐτὸν Ἀθηναίων τινὶ πωλήσωσιν , ἵνʹ ἴδῃ ποτὲ τὸν Πειραιᾶ τὸν καλὸν καὶ τὰ μακρὰ τείχη καὶ τὴν ἀκρόπολιν ;
3.24.73 τίς ὢν εἴδῃς , ἀνδράποδον ;
3.24.74 δοῦλος καὶ ταπεινός · καὶ τί σοι ὄφελος ; οὔ · ἀλλʹ ἐλεύθερος . δεῖξον , πῶς ἐλεύθερος . ἰδοὺ ἐπείληπταί σου τίς ποτε οὗτος ἐξάγων σε ἀπὸ τῆς συνήθους σοι διατριβῆς καὶ λέγει δοῦλος ἐμὸς εἶ · ἐπʹ ἐμοὶ γάρ ἐστι κωλῦσαί σε διάγειν ὡς θέλεις , ἐπʹ ἐμοὶ τὸ ἀνεῖναί σε , τὸ ταπεινοῦν · ὅταν θέλω , πάλιν εὐφραίνῃ καὶ μετέωρος πορεύῃ εἰς Ἀθήνας .