4.1.18 τί οὖν ἄλλο ἐστὶ δουλεία ; νυκτὸς οὐδέποτʹ ἀπῆλθες , ὅπου οὐκ ἤθελες ; ἀνάλωσας , ὅσα οὐκ ἤθελες ; εἶπάς τινα οἰμώζων καὶ στένων , ἠνέσχου λοιδορούμενος , ἀποκλειόμενος ;
4.1.19 ἀλλʹ εἰ σὺ αἰσχύνῃ τὰ σαυτοῦ ὁμολογεῖν , ὅρα λέγει καὶ ποιεῖ Θρασωνίδης , ὃς τοσαῦτα στρατευσάμενος , ὅσα τάχα οὐδὲ σύ , πρῶτον μὲν ἐξελήλυθε νυκτός , ὅτε Γέτας οὐ τολμᾷ ἐξελθεῖν , ἀλλʹ εἰ προσηναγκάζετο ὑπʹ αὐτοῦ , πόλλʹ ἂν ἐπικραυγάσας καὶ τὴν πικρὰν δουλείαν ἀπολοφυράμενος ἐξῆλθεν .
4.1.20 εἶτα , τί λέγει ; παιδισκάριόν με , φησίν , καταδεδούλωκʹ εὐτελές , ὃν οὐδὲ εἷς τῶν πολεμίων οὐπώποτε . τάλας ,
4.1.21 ὅς γε καὶ παιδισκαρίου δοῦλος εἶ καὶ παιδισκαρίου εὐτελοῦς . τί οὖν ἔτι σαυτὸν ἐλεύθερον λέγεις ; τί δὲ προφέρεις σου τὰς στρατε
4.1.22 ίας ; εἶτα ξίφος αἰτεῖ καὶ πρὸς τὸν ὑπʹ εὐνοίας μὴ διδόντα χαλεπαίνειν καὶ δῶρα τῇ μισούσῃ πέμπει καὶ δεῖται καὶ κλαίει , πάλιν δὲ μικρὰ εὐημερήσας ἐπαίρεται · πλὴν καὶ τότε πῶς ;
4.1.23 μηδʹ ἐπιθυμεῖν φοβεῖσθαι οὔτʹ ἐλευθερίαν .
4.1.24 σκέψαι δʹ ἐπὶ τῶν ζῴων , πῶς χρώμεθα τῇ ἐννοίᾳ τῆς ἐλευθερίας .
4.1.25 λέοντας τρέφουσιν ἡμέρους ἐγκλείσαντες καὶ σιτίζουσι καὶ κομίζουσιν ἔνιοι μεθʹ αὑτῶν . καὶ τίς ἐρεῖ τοῦτον τὸν λέοντα ἐλεύθερον ; οὐχὶ δʹ ὅσῳ μαλακώτερον διεξάγει , τοσούτῳ δουλικώτερον ; τίς δʹ ἂν λέων αἴσθησιν καὶ λογισμὸν λαβὼν βούλοιτο τούτων τις εἶναι τῶν λεόντων ;