4.1.26 ἄγε , τὰ δὲ πτηνὰ ταῦτα ὅταν ληφθῇ καὶ ἐγκεκλειμένα τρέφηται , οἷα πάσχει ζητοῦντα ἐκφυγεῖν ; καὶ ἔνιά γε αὐτῶν λιμῷ διαφθείρεται μᾶλλον ὑπομένει τὴν τοιαύτην διεξαγωγήν ,
4.1.27 ὅσα δʹ οὖν διασῴζεται , μόγις καὶ χαλεπῶς καὶ φθίνοντα , κἂν ὅλως εὕρῃ τι παρεῳγμένον , ἐξεπήδησεν . οὕτως ὀρέγεται τῆς φυσικῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ αὐτόνομα καὶ ἀκώλυτα εἶναι .
4.1.28 καὶ τί σοι κακόν ἐστιν ἐνταῦθα ; οἷα λέγεις ; πέτεσθαι πέφυκα ὅπου θέλω , ὕπαιθρον διάγειν , ᾁδειν ὅταν θέλω · σύ με πάντων τούτων ἀφαιρῇ καὶ λέγεις τί σοι κακόν ἐστιν ;
4.1.29 διὰ τοῦτο ἐκεῖνα μόνα ἐροῦμεν ἐλεύθερα , ὅσα τὴν ἅλωσιν οὐ φέρει , ἀλλʹ ἅμα τε ἑάλω καὶ ἀποθανόντα διέφυγεν .
4.1.30 οὕτως καὶ Διογένης που λέγει μίαν εἶναι μηχανὴν πρὸς ἐλευθερίαν τὸ εὐκόλως ἀποθνῄσκειν , καὶ τῷ Περσῶν βασιλεῖ γράφει ὅτι τὴν Ἀθηναίων πόλιν καταδουλώσασθαι οὐ δύνασαι · οὐ μᾶλλον , φησίν , τοὺς ἰχθύας .
4.1.31 πῶς ; οὐ γὰρ λήψομαι αὐτούς ; ἂν λάβῃς , φησίν , εὐθὺς ἀπολιπόντες σε οἰχήσονται , καθάπερ οἱ ἰχθύες . καὶ γὰρ ἐκείνων ὃν ἂν λάβῃς , ἀπέθανεν · καὶ οὗτοι ληφθέντες ἐὰν ἀποθνῄσκωσιν , τί σοί ἐστι τῆς παρασκευῆς ὄφελος ;
4.1.32 τοῦτʹ ἔστιν ἐλευθέρου ἀνδρὸς φωνὴ σπουδῇ ἐξητακότος τὸ πρᾶγμα καὶ ὥσπερ εἰκὸς εὑρηκότος . ἂν δʹ ἀλλαχοῦ ζητῇς ὅπου ἐστίν , τί θαυμαστόν , εἰ οὐδέποτε αὐτὸ εὑρίσκεις ;