4.1.33 δοῦλος εὐθὺς εὔχεται ἀφεθῆναι ἐλεύθερος . διὰ τί ; δοκεῖτε , ὅτι τοῖς εἰκοστώναις ἐπιθυμεῖ δοῦναι ἀργύριον ; οὔ · ἀλλʹ ὅτι φαντάζεται μέχρι νῦν διὰ τὸ μὴ τετυχηκέναι τούτου ἐμποδίζεσθαι καὶ δυσροεῖν .
4.1.34 ἂν ἀφεθῶ , φησίν , εὐθὺς πᾶσα εὔροια , οὐδενὸς ἐπιστρέφομαι , πᾶσιν ὡς ἴσος καὶ ὅμοιος λαλῶ , πορεύομαι ὅπου θέλω , ἔρχομαι ὅθεν θέλω καὶ ὅπου θέλω .
4.1.35 εἶτα ἀπηλευθέρωται καὶ εὐθὺς μὲν οὐκ ἔχων , ποῖ φάγῃ , ζητεῖ , τίνα κολακεύσῃ , παρὰ τίνι δειπνήσῃ · εἶτα ἐργάζεται τῷ σώματι καὶ πάσχει τὰ δεινότατα κἂν σχῇ τινα φάτνην , ἐμπέπτωκεν εἰς δουλείαν πολὺ τῆς προτέρας χαλεπω
4.1.36 τέραν καὶ εὐπορήσας ἄνθρωπος ἀπειρόκαλος πεφίληκε παιδισκάριον καὶ δυστυχῶν ἀνακλαίεται καὶ τὴν δουλείαν ποθεῖ .
4.1.37 τί γάρ μοι κακὸν ἦν ; ἄλλος μʹ ἐνέδυεν , ἄλλος μʹ ὑπέδει , ἄλλος ἔτρεφεν , ἄλλος ἐνοσοκόμει , ὀλίγα αὐτῷ ὑπηρέτουν . νῦν δὲ τάλας οἷα πάσχω πλείοσι δουλεύων ἀνθʹ ἑνός ;
4.1.38 ὅμως δʹ ἐὰν δακτυλίους , φησίν , λάβω , τότε γʹ εὐρούστατα διάξω καὶ εὐδαιμονέστατα . πρῶτον μὲν ἵνα λάβῃ , πάσχει ὧν ἐστιν ἄξιος · εἶτα λαβὼν πάλιν ταὐτά .
4.1.39 εἶτά φησιν ἂν μὲν στρατεύσωμαι , ἀπηλλάγην πάντων τῶν κακῶν . στρατεύεται , πάσχει ὅσα μαστιγίας καὶ οὐδὲν ἧττον δευτέραν αἰτεῖ στρατείαν καὶ τρίτην .
4.1.40 εἶθʹ ὅταν αὐτὸν τὸν κολοφῶνα ἐπιθῇ καὶ γένηται συγκλητικός , τότε γίνεται δοῦλος εἰς σύλλογον ἐρχόμενος , τότε τὴν καλλίστην καὶ λιπαρωτάτην δουλείαν δουλεύει .