4.1.52 τί λέγουσιν ; ἀγαθόν σοι δοκεῖ ἡ ἐλευθερία ; — τὸ μέγιστον . — δύναται οὖν τις τοῦ μεγίστου ἀγαθοῦ τυγχάνων κακοδαιμονεῖν ἢ κακῶς πράσσειν ; — οὔ . — ὅσους οὖν ἂν ἴδῃς κακοδαιμονοῦντας , δυσροοῦντας , πενθοῦντας , ἀποφαίνου θαρρῶν μὴ εἶναι ἐλευθέρους . — ἀποφαίνομαι .
4.1.53 — οὐκοῦν ἀπὸ μὲν ὠνῆς καὶ πράσεως καὶ τῆς τοιαύτης ἐν κτήσει κατατάξεως ἤδη ἀποκεχωρήκαμεν . εἰ γὰρ ὀρθῶς ὡμολόγησας ταῦτα , ἄν τε μέγας βασιλεὺς κακοδαιμονῇ , οὐκ ἂν ἐλεύθερος , ἄν τε μικρὸς ἄν θʹ ὑπατικὸς ἄν τε δισύπατος . — ἔστω .
4.1.54 ἔτι οὖν ἀπόκριναί μοι κἀκεῖνο · δοκεῖ σοι μέγα τι εἶναι καὶ γενναῖον ἡ ἐλευθερία καὶ ἀξιόλογον ; — πῶς γὰρ οὔ ; — ἔστιν οὖν τυγχάνοντά τινος οὕτως μεγάλου καὶ ἀξιολόγου καὶ γενναίου ταπεινὸν εἶναι ; — οὐκ ἔστιν .
4.1.55 — ὅταν οὖν ἴδῃς τινὰ ὑποπεπτωκότα ἑτέρῳ ἢ κολακεύοντα παρὰ τὸ φαινόμενον αὐτῷ , λέγε καὶ τοῦτον θαρρῶν μὴ εἶναι ἐλεύθερον · καὶ μὴ μόνον , ἂν δειπναρίου ἕνεκα αὐτὸ ποιῇ , ἀλλὰ κἂν ἐπαρχίας ἕνεκα κἂν ὑπατείας . ἀλλʹ ἐκείνους μὲν μικροδούλους λέγε τοὺς μικρῶν τινων ἕνεκα ταῦτα ποιοῦντας , τούτους δʹ , ὡς εἰσὶν ἄξιοι , μεγαλοδούλους .
4.1.56 — ἔστω καὶ ταῦτα . — δοκεῖ δέ σοι ἡ ἐλευθερία αὐτεξούσιόν τι εἶναι καὶ αὐτόνομον ; — πῶς γὰρ οὔ ; — ὅντινα οὖν ἐπʹ ἄλλῳ κωλῦσαι ἔστι καὶ ἀναγκάσαι , θαρρῶν λέγε μὴ εἶναι ἐλεύθερον .