4.1.57 καὶ μή μοι πάππους αὐτοῦ καὶ προπάππους βλέπε καὶ ὠνὴν ζήτει καὶ πρᾶσιν , ἀλλʹ ἂν ἀκούσῃς λέγοντος ἔσωθεν καὶ ἐκ πάθους κύριε , κἂν δώδεκα ῥάβδοι προάγωσιν , λέγε δοῦλον · κἂν ἀκούσῃς λέγοντος τάλας ἐγώ , οἷα πάσχω , λέγε δοῦλον · ἂν ἁπλῶς ἀποκλαιόμενον ἴδῃς , μεμφόμενον , δυσροοῦντα , λέγε δοῦλον περιπόρφυρον ἔχοντα .
4.1.58 ἂν οὖν μηδὲν τούτων ποιῇ , μήπω εἴπῃς ἐλεύθερον , ἀλλὰ τὰ δόγματα αὐτοῦ κατάμαθε , μή τι ἀναγκαστά , μή τι κωλυτικά , μή τι δυσροητικά · κἂν εὕρῃς τοιοῦτον , λέγε δοῦλον ἀνοχὰς ἔχοντα ἐν Σατουρναλίοις · λέγε , ὅτι κύριος αὐτοῦ ἀποδημεῖ · εἶθʹ ἥξει καὶ γνώσῃ οἷα πάσχει .
4.1.59 τίς ἥξει ; πᾶς ὃς ἂν ἐξουσίαν ἔχῃ τῶν ὑπʹ αὐτοῦ τινος θελομένων πρὸς τὸ περιποιῆσαι ταῦτα ἀφελέσθαι . οὕτως οὖν πολλοὺς κυρίους ἔχομεν ; οὕτως . τὰ γὰρ πράγματα προτέρους τούτων κυρίους ἔχομεν · ἐκεῖνα δὲ πολλά ἐστιν . διὰ ταῦτα ἀνάγκη καὶ τοὺς τούτων τινὸς ἔχοντας ἐξουσίαν κυρίους εἶναι ·
4.1.60 ἐπεί τοι οὐδεὶς αὐτὸν τὸν Καίσαρα φοβεῖται , ἀλλὰ θάνατον , φυγήν , ἀφαίρεσιν τῶν ὄντων , φυλακήν , ἀτιμίαν . οὐδὲ φιλεῖ τις τὸν Καίσαρα , ἂν μή τι πολλοῦ ἄξιος , ἀλλὰ πλοῦτον φιλοῦμεν , δημαρχίαν , στρατηγίαν , ὑπατείαν . ὅταν ταῦτα φιλῶμεν καὶ μισῶμεν καὶ φοβώμεθα , ἀνάγκη τοὺς ἐξουσίαν αὐτῶν ἔχοντας κυρίους ἡμῶν εἶναι . διὰ τοῦτο καὶ ὡς θεοὺς αὐτοὺς προσκυνοῦμεν ·