4.1.67 — ἔστω . — τὸν ἀγρὸν δʹ ἐπὶ σοί ἐστιν ἔχειν , ὅταν θέλῃς καὶ ἐφʹ ὅσον θέλεις καὶ οἷον θέλεις ; — οὔ . — τὰ δὲ δουλάρια ; — οὔ . — τὰ δʹ ἱμάτια ; — οὔ . — τὸ δὲ οἰκίδιον ; — οὔ . — τοὺς δʹ ἵππους ; — τούτων μὲν οὐδέν . — ἂν δὲ τὰ τέκνα σου ζῆν θέλῃς ἐξ ἅπαντος ἢ τὴν γυναῖκα ἢ τὸν ἀδελφὸν ἢ τοὺς φίλους , ἐπὶ σοί ἐστιν ; — οὐδὲ ταῦτα .
4.1.68 πότερον οὖν οὐδὲν ἔχεις αὐτεξούσιον , ὃ ἐπὶ μόνῳ ἐστὶ σοί , ἢ ἔχεις τι τοιοῦτον ; — οὐκ οἶδα . — ὅρα οὖν οὕτως καὶ σκέψαι αὐτό .
4.1.69 μή τις δύναταί σε ποιῆσαι συγκαταθέσθαι τῷ ψεύδει ; — οὐδείς . — οὐκοῦν ἐν μὲν τῷ συγκαταθετικῷ τόπῳ ἀκώλυτος εἶ καὶ ἀνεμπόδιστος .
4.1.70 — ἔστω . — ἄγε , ὁρμῆσαι δέ σε ἐφʹ ὃ μὴ θέλεις τις δύναται ἀναγκάσαι ; — δύναται . ὅταν γάρ μοι θάνατον ἢ δεσμὰ ἀπειλῇ , ἀναγκάζει μʹ ὁρμῆσαι . — ἂν οὖν καταφρονῇς τοῦ ἀποθανεῖν καὶ τοῦ δεδέσθαι , ἔτι αὐτοῦ ἐπιστρέφῃ ;
4.1.71 — οὔ . — σὸν οὖν ἐστιν ἔργον τὸ καταφρονεῖν θανάτου ἢ οὐ σόν ; — ἐμόν . — σὸν ἄρα ἐστὶ καὶ τὸ ὁρμῆσαι ἢ οὔ ; — ἔστω ἐμόν . — τὸ δʹ ἀφορμῆσαι τίνος ;