4.1.72 σὸν καὶ τοῦτο . τί οὖν , ἂν ἐμοῦ ὁρμήσαντος περιπατῆσαι ἐκεῖνός με κωλύσῃ ; τί σου κωλύσει ; μή τι τὴν συγκατάθεσιν ; οὔ · ἀλλὰ τὸ σωμάτιον . ναί , ὡς λίθον . ἔστω · ἀλλʹ οὐκέτι ἐγὼ περιπατῶ .
4.1.73 τίς δέ σοι εἶπεν τὸ περιπατῆσαι σὸν ἔργον ἐστὶν ἀκώλυτον ; ἐγὼ γὰρ ἐκεῖνο ἔλεγον ἀκώλυτον μόνον τὸ ὁρμῆσαι · ὅπου δὲ σώματος χρεία καὶ τῆς ἐκ τούτου συνεργείας , πάλαι ἀκήκοας , ὅτι οὐδέν ἐστι σόν .
4.1.74 ἔστω καὶ ταῦτα . ὀρέγεσθαι δέ σε οὗ μὴ θέλεις τις ἀναγκάσαι δύναται ; οὐδείς . προθέσθαι δʹ ἐπιβαλέσθαι τις ἁπλῶς χρῆσθαι ταῖς προσπιπτούσαις φαντασίαις ;
4.1.75 οὐδὲ τοῦτο · ἀλλὰ ὀρεγόμενόν με κωλύσει τυχεῖν οὗ ὀρέγομαι . ἂν τῶν σῶν τινος ὀρέγῃ καὶ τῶν ἀκωλύτων , πῶς σε κωλύσει ; οὐδαμῶς . τίς οὖν σοι λέγει , ὅτι τῶν ἀλλοτρίων ὀρεγόμενος ἀκώλυτός ἐστιν ; Ὑγείας οὖν μὴ ὀρέγωμαι ;
4.1.76 μηδαμῶς , μηδʹ ἄλλου ἀλλοτρίου μηδενός .
4.1.77 γὰρ οὐκ ἔστιν ἐπὶ σοὶ παρασκευάσαι τηρῆσαι ὅτε θέλεις , τοῦτο ἀλλότριόν ἐστιν . μακρὰν ἀπʹ αὐτοῦ οὐ μόνον τὰς χεῖρας , ἀλλὰ πολὺ πρότερον τὴν ὄρεξιν · εἰ δὲ μή , παρέδωκας σαυτὸν δοῦλον , ὑπέθηκας τὸν τράχηλον , ἂν θαυμάσῃς τῶν τι μὴ σῶν τινι ἂν τῶν ὑπευθύνων καὶ θνητῶν προσπαθῇς . χεὶρ οὐκ ἔστιν ἐμή ;