4.1.78 μέρος ἐστὶ σόν , φύσει δὲ πηλός , κωλυτόν , ἀναγκαστόν , δοῦλον παντὸς τοῦ ἰσχυροτέρου .
4.1.79 καὶ τί σοι λέγω χεῖρα ; ὅλον τὸ σῶμα οὕτως ἔχειν σε δεῖ ὡς ὀνάριον ἐπισεσαγμένον , ἐφʹ ὅσον ἂν οἷόν τε , ἐφʹ ὅσον ἂν διδῶται · ἂν δʹ ἀγγαρεία καὶ στρατιώτης ἐπιλάβηται , ἄφες , μὴ ἀντίτεινε μηδὲ γόγγυζε . εἰ δὲ μή , πληγὰς λαβὼν οὐδὲν ἧττον ἀπολεῖς καὶ τὸ ὀνάριον .
4.1.80 ὅταν δὲ πρὸς τὸ σῶμα οὕτως ἔχειν σε δέῃ , ὅρα , τί ἀπολείπεται περὶ τὰ ἄλλα , ὅσα τοῦ σώματος ἕνεκα παρασκευάζεται . ὅταν ἐκεῖνο ὀνάριον , τἆλλα γίνεται χαλινάρια τοῦ ὀναρίου , σαγμάτια , ὑποδημάτια , κριθαί , χόρτος . ἄφες κἀκεῖνα , ἀπόλυε θᾶττον καὶ εὐκολώτερον τὸ ὀνάριον .
4.1.81 καὶ ταύτην τὴν παρασκευὴν παρασκευασάμενος καὶ τὴν ἄσκησιν ἀσκήσας τὰ ἀλλότρια ἀπὸ τῶν ἰδίων διακρίνειν , τὰ κωλυτὰ ἀπὸ τῶν ἀκωλύτων , ταῦτα πρὸς σαυτὸν ἡγεῖσθαι , ἐκεῖνα μὴ πρὸς σαυτόν , ἐνταῦθα ἐπιστρόφως ἔχειν τὴν ὄρεξιν , ἐνταῦθα τὴν ἔκκλισιν , μή τι ἔτι φοβῇ τινα ;
4.1.82 οὐδένα . περὶ τίνος γὰρ φοβήσῃ ; περὶ τῶν σεαυτοῦ , ὅπου σοι οὐσία τοῦ ἀγαθοῦ καὶ τοῦ κακοῦ ; καὶ τίς τούτων ἐξουσίαν ἔχει ; τίς ἀφελέσθαι αὐτὰ δύναται , τίς ἐμποδίσαι ; οὐ μᾶλλον τὸν θεόν .