4.1.121 ἐπεὶ πότʹ ἄμπελος πράσσει κακῶς ; ὅταν παρὰ τὴν ἑαυτῆς φύσιν πράσσῃ . πότʹ ἀλεκτρυών ;
4.1.122 ὡσαύτως . οὐκοῦν καὶ ἄνθρωπος . τίς οὖν αὐτοῦ φύσις ; δάκνειν καὶ λακτίζειν καὶ εἰς φυλακὴν βάλλειν καὶ ἀποκεφαλίζειν ; οὔ · ἀλλʹ εὖ ποιεῖν , συνεργεῖν , ἐπεύχεσθαι . τότʹ οὖν κακῶς πράσσει , ἄν τε θέλῃς ἄν τε μή , ὅταν ἀγνωμονῇ . ὥστε Σωκράτης οὐκ ἔπραξε κακῶς ;
4.1.123 οὔ , ἀλλʹ οἱ δικασταὶ καὶ οἱ κατήγοροι . οὐδʹ ἐν Ῥώμῃ Ἑλουίδιος ; οὔ , ἀλλʹ ἀποκτείνας αὐτόν . πῶς λέγεις ;
4.1.124 ὡς καὶ σὺ ἀλεκτρυόνα οὐ λέγεις κακῶς πρᾶξαι τὸν νικήσαντα καὶ κατακοπέντα , ἀλλὰ τὸν ἀπλῆγα ἡττηθέντα · οὐδὲ κύνα εὐδαιμονίζεις τὸν μήτε διώκοντα μήτε πονοῦντα , ἀλλʹ ὅταν ἱδρῶντα ἴδῃς , ὅταν ὀδυνώμενον , ὅταν ῥηγνύμενον ὑπὸ τοῦ δρόμου .
4.1.125 τί παραδοξολογοῦμεν , εἰ λέγομεν παντὸς κακὸν εἶναι τὸ παρὰ τὴν ἐκείνου φύσιν ; τοῦτο παράδοξόν ἐστιν ; σὺ γὰρ αὐτὸ ἐπὶ πάντων τῶν ἄλλων οὐ λέγεις ; διὰ τί ἐπὶ μόνου οὖν τοῦ ἀνθρώπου ἄλλως φέρῃ ;
4.1.126 ἀλλʹ ὅτι λέγομεν ἥμερον εἶναι τοῦ ἀνθρώπου τὴν φύσιν καὶ φιλάλληλον καὶ πιστήν , τοῦτο παράδοξον οὐκ ἔστιν ; οὐδὲ τοῦτο .
4.1.127 πῶς οὖν ἔτι οὐ δερόμενος βλάπτεται δεσμευόμενος ἀποκεφαλιζόμενος ; οὐχὶ οὕτως μέν · εἰ γενναίως πάσχει , καὶ προσκερδαίνων καὶ προσωφελούμενος ἀπέρχεται , ἐκεῖνος δὲ βλαπτόμενός ἐστιν τὰ οἰκτρότατα πάσχων καὶ αἴσχιστα , ἀντὶ ἀνθρώπου λύκος γινόμενος ἔχις σφήξ ;