4.4.4 ἢ τίνος ἕνεκα θέλεις ἀναγνῶναι ; εἰπέ μοι . εἰ μὲν γὰρ ἐπʹ αὐτὸυ καταστρέφεις ἐπʹ αὐτὸ τὸ ψυχαγωγηθῆναι ἢ μαθεῖν τι , ψυχρὸς εἶ καὶ ταλαίπωρος . εἰ δʹ ἐφʹ ὃ δεῖ ἀναφέρεις , τί τοῦτʹ ἔστιν ἄλλο ἢ εὔροια ; εἰ δέ σοι τὸ ἀναγιγνώσκειν εὔροιαν μὴ περιποιῇ , τί ὄφελος αὐτοῦ ;
4.4.5 — ἀλλὰ περιποιεῖ , φησίν , καὶ διὰ τοῦτο ἀγανακτῶ ὡς ἀπολειπόμενος αὐτοῦ . — καὶ τίς αὕτη ἡ εὔροια , ἣν ὁ τυχὼν ἐμποδίσαι δύναται , οὐ λέγω Καῖσαρ ἢ Καίσαρος φίλος , ἀλλὰ κόραξ , αὐλητής , πυρετός , ἄλλα τρισμύρια ; ἡ δʹ εὔροια οὐδὲν οὕτως ἔχει ὡς τὸ διηνεκὲς καὶ ἀνεμπόδιστον .
4.4.6 νῦν καλοῦμαι πράξων τι , ἄπειμι νῦν προσέξων τοῖς μέτροις ἃ δεῖ τηρεῖν , ὅτι αἰδημόνως , ὅτι ἀσφαλῶς , ὅτι δίχα ὀρέξεως καὶ ἐκκλίσεως τῆς πρὸς τὰ ἐκτός ,
4.4.7 καὶ λοιπὸν προσέχω τοῖς ἀνθρώποις , τίνα φασί , πῶς κινοῦνται , καὶ τοῦτο οὐ κακοήθως οὐδʹ ἵνα ἔχω ψέγειν ἢ καταγελῶ , ἀλλʹ ἐπʹ ἐμαυτὸν ἐπιστρέφω , εἰ ταὐτὰ κἀγὼ ἁμαρτάνω . πῶς οὖν παύσωμαι ; τότε καὶ ἐγὼ ἡμάρτανον · νῦν δʹ οὐκέτι , χάρις τῷ θεῷ .
4.4.8 ἄγε , ταῦτα ποιήσας καὶ πρὸς τούτοις γενόμενος χεῖρον ἔργον πεποίηκας ἢ χιλίους στίχους ἀναγνοὺς ἢ γράψας ἄλλους τοσούτους ; ὅταν γὰρ ἐσθίῃς , ἄχθῃ , ὅτι μὴ ἀναγιγνώσκεις ; οὐκ ἀρκῇ τῷ καθʹ ἃ ἀνέγνωκας ἐσθίειν ;