4.8.34 νῦν δʹ αὐτὸ μόνον κινηθέντες πρὸς φιλοσοφίαν , ὡς οἱ κακοστόμαχοι πρός τι βρωμάτιον , μετὰ μικρὸν σικχαίνειν μέλλουσιν , εὐθὺς ἐπὶ τὸ σκῆπτρον , ἐπὶ τὴν βασιλείαν . καθεῖκε τὴν κόμην , ἀνείληφε τρίβωνα , γυμνὸν δεικνύει τὸν ὦμον , μάχεται τοῖς ἀπαντῶσιν κἂν ἐν φαινόλῃ τινὰ ἴδῃ , μάχεται αὐτῷ .
4.8.35 ἄνθρωπε , χειμάσκησον πρῶτον · ἰδοῦ σου τὴν ὁρμήν , μὴ κακοστομάχου κισσώσης γυναικός ἐστιν . ἀγνοεῖσθαι μελέτησον πρῶτον , τίς εἶ · σαυτῷ φιλοσόφησον ὀλίγον χρόνον .
4.8.36 οὕτως καρπὸς γίνεται · κατορυγῆναι δεῖ εἰς χρόνον τὸ σπέρμα , κρυφθῆναι , κατὰ μικρὸν αὐξηθῆναι , ἵνα τελεσφορήσῃ . ἂν δὲ πρὸ τοῦ γόνυ φῦσαι τὸν στάχυν ἐξενέγκῃ , ἀτελές ἐστιν , ἐκ κήπου Ἀδωνιακοῦ .
4.8.37 τοιοῦτον εἶ καὶ σὺ φυτάριον · θᾶττον τοῦ δέοντος ἤνθηκας , ἀποκαύσει σε χειμών .
4.8.38 ἰδοῦ , τί λέγουσιν οἱ γεωργοὶ περὶ τῶν σπερμάτων , ὅταν πρὸ ὥρας θερμασίαι γένωνται . ἀγωνιῶσιν , μὴ ἐξυβρίσῃ τὰ σπέρματα , εἶτα αὐτὰ πάγος εἷς λαβὼν ἐξελέγξῃ .
4.8.39 ὅρα καὶ σύ , ἄνθρωπε · ἐξύβρικας , ἐπιπεπήδηκας δοξαρίῳ πρὸ ὥρας · δοκεῖς τις εἶναι , μωρὸς παρὰ μωροῖς · ἀποπαγήσῃ , μᾶλλον δʹ ἀποπέπηγας ἤδη ἐν τῇ ῥίζῃ κάτω , τὰ δʹ ἄνω σου μικρὸν ἔτι ἀνθεῖ καὶ διὰ τοῦτο δοκεῖς ἔτι ζῆν καὶ θάλλειν .