32.1 ὅταν μαντικῇ προσίῃς , μέμνησο , ὅτι , τί μὲν ἀποβήσεται , οὐκ οἶδας , ἀλλὰ ἥκεις ὡς παρὰ τοῦ μάντεως αὐτὸ πευσόμενος , ὁποῖον δέ τι ἐστίν , ἐλήλυθας εἰδώς , εἴπερ εἶ φιλόσοφος . εἰ γάρ ἐστί τι τῶν οὐκ ἐφʹ ἡμῖν , πᾶσα ἀνάγκη μήτε ἀγαθὸν αὐτὸ εἶναι μήτε κακόν .
32.2 μὴ φέρε οὖν πρὸς τὸν μάντιν ὄρεξιν ἔκκλισιν μηδὲ τρέμων αὐτῷ πρόσει , ἀλλὰ διεγνωκώς , ὅτι πᾶν τὸ ἀποβησόμενον ἀδιάφορον καὶ οὐδὲν πρὸς σέ , ὁποῖον δʹ ἂν , ἔσται αὐτῷ χρήσασθαι καλῶς καὶ τοῦτο οὐθεὶς κωλύσει . θαῤῥῶν οὖν ὡς ἐπὶ συμβούλους ἔρχου τοὺς θεούς · καὶ λοιπόν , ὅταν τί σοι συμβουλευθῇ , μέμνησο τίνας συμβούλους παρέλαβες καὶ τίνων παρακούσεις ἀπειθήσας .
32.3 ἔρχου δὲ ἐπὶ τὸ μαντεύεσθαι , καθάπερ ἠξίου Σωκράτης , ἐφʹ ὧν πᾶσα σκέψις τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν ἔκβασιν ἔχει καὶ οὔτε ἐκ λόγου οὔτε ἐκ τέχνης τινὸς ἄλλης ἀφορμαὶ δίδονται πρὸς τὸ συνιδεῖν τὸ προκείμενον · ὥστε , ὅταν δεήσῃ συγκινδυνεῦσαι φίλῳ πατρίδι , μὴ μαντεύεσθαι , εἰ συγκινδυνευτέον . καὶ γὰρ ἂν προείπῃ σοι μάντις φαῦλα γεγονέναι τὰ ἱερά , δῆλον ὅτι θάνατος σημαίνεται πήρωσις μέρους τινὸς τοῦ σώματος φυγή · ἀλλʹ αἱρεῖ λόγος καὶ σὺν τούτοις παρίστασθαι τῷ φίλῳ καὶ τῇ πατρίδι συγκινδυνεύειν . τοιγαροῦν τῷ μείζονι μάντει πρόσεχε , τῷ Πυθίῳ , ὃς ἐξέβαλε τοῦ ναοῦ τὸν οὐ βοηθήσαντα ἀναιρουμένῳ τῷ φίλῳ .