Κρέων
1625 σοί τ’ εὖ λέλεκται γόνατα μὴ χρῴζειν ἐμά ,
1626 ἐγὼ δὲ ναίειν σ’ οὐκ ἐάσαιμ’ ἂν χθόνα .
1627 νεκρῶν δὲ τῶνδε τὸν μὲν ἐς δόμους χρεὼν
1628 ἤδη κομίζειν , τόνδε δ’ , ὃς πέρσων πόλιν
1629 πατρίδα σὺν ἄλλοις ἦλθε , Πολυνείκους νέκυν
1630 ἐκβάλετ’ ἄθαπτον τῆσδ’ ὅρων ἔξω χθονός .
1631 κηρύξεται δὲ πᾶσι Καδμείοις τάδε ·
1632 ὃς ἂν νεκρὸν τόνδ’ καταστέφων ἁλῷ
1633 γῇ καλύπτων , θάνατον ἀνταλλάξεται .
1634 [ ἐᾶν δ’ ἄκλαυτον , ἄταφον , οἰωνοῖς βοράν . ]
1635 σὺ δ’ ἐκλιποῦσα τριπτύχους θρήνους νεκρῶν
1636 κόμιζε σαυτήν , Ἀντιγόνη , δόμων ἔσω
1637 καὶ παρθενεύου τὴν ἰοῦσαν ἡμέραν
1638 μένουσ’ , ἐν σε λέκτρον Αἵμονος μένει .
Ἀντιγόνη
1639 πάτερ , ἐν οἵοις κείμεθ’ ἄθλιοι κακοῖς .
1640 ὥς σε στενάζω τῶν τεθνηκότων πλέον ·
1641 οὐ γὰρ τὸ μέν σοι βαρὺ κακῶν , τὸ δ’ οὐ βαρύ ,
1642 ἀλλ’ εἰς ἅπαντα δυστυχὴς ἔφυς , πάτερ .
1643 ἀτὰρ σ’ ἐρωτῶ τὸν νεωστὶ κοίρανον ·
1644 τί τόνδ’ ὑβρίζεις πατέρ’ ἀποστέλλων χθονός ;
1645 τί θεσμοποιεῖς ἐπὶ ταλαιπώρῳ νεκρῷ ;
Κρέων
1646 Ἐτεοκλέους βουλεύματ’ , οὐχ ἡμῶν , τάδε .